Επιτυχή έκβαση είχε μία ακόμα υπόθεση που χειρίστηκε το γραφείο μας, όπου έγινε δεκτό το αίτημά μας για επιδίκαση αποζημίωσης σε εντολέα μας δανειολήπτη που υπέστη ηθική βλάβη από παράνομες και καταχρηστικές πράξεις και συμπεριφορές γνωστής τράπεζας και εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων (servicer). Η απόφαση αυτή συνιστά ένα σημαντικό βήμα στην προστασία των δικαιωμάτων των δανειοληπτών, επισημαίνοντας την υποχρέωση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να τηρούν νόμιμες και δίκαιες πρακτικές.
Πιο συγκεκριμένα, η εντολέας μας είχε προ 20ετίας μία πιστωτική κάρτα την οποία προσπαθούσε από το έτος 2011 να κλείσει και να αποπληρώσει (το ποσό ήταν περίπου 3.800 €), προτείνοντας ένα θεμιτό πλάνο αποπληρωμής λίγων δόσεων. Η τράπεζα δεν απάντησε ποτέ στην εν λόγω πρόταση, ούτε όμως κατήγγειλε την απαίτηση. Μετά από κάποιο διάστημα έκλεισε και το δάνειο μεταβιβάστηκε σε έτερη τράπεζα, χωρίς όμως ποτέ να ενημερωθεί η δανειολήπτρια για τη μεταβίβαση. Για χρόνια δεν την είχαν οχλήσει, μέχρι που το 2018 άρχισαν διάφορες εισπρακτικές εταιρείες να καλούν με το γνωστό επίμονο και απειλητικό τόνο και να απαιτούν ένα 6πλάσιο της αρχικής οφειλής ποσό. Ακολούθησαν νέες επιστολές της εντολέως μας, δια των οποίων τους εξηγούσε ότι δεν οφείλεται νομίμως αυτό το ποσό και εν πάση περιπτώσει πρότεινε την καταβολή διαφόρων εφάπαξ ποσών προς πλήρη εκκαθάριση της σχέσης, στις οποίες η διάδοχος τράπεζα και στη συνέχεια το fund και η εταιρεία διαχείρισης που ανέλαβαν το δάνειο, δεν απαντούσαν ποτέ με προκλητική άρνηση και αδιαφορία. Κι άλλα έτη πέρασαν, στη διάρκεια των οποίων η δανειολήπτρια ασθένησε σοβαρά και τα οικονομικά της μειώθηκαν έτι περαιτέρω. Η servicer εταιρεία (εταιρεία διαχείρισης), ως εκπρόσωπος του fund πλέον, επέστρεψε με μία επιστολή το 2023 όπου ζητούσε πλέον σχεδόν 16.000 και δήθεν προσέφερε μία μοναδική ευκαιρία κουρέματος αν καταβαλλόταν εφάπαξ το ποσό των 8.500 €. Αφού έγιναν νέες προσπάθειες να εξηγήσουμε ότι το ως άνω ποσό δεν οφείλεται και να κλείσουμε την οφειλή με μία βιώσιμη και δίκαιη λύση, στις οποίες, ακολουθώντας την πρακτική των προκατόχων της, ούτε η εταιρεία διαχείρισης απάντησε, συνέχισε δε να αποστέλλει απειλητικές επιστολές και να οχλεί, μη σεβόμενη ούτε τα βαρύτατα προβλήματα υγείας, που της είχαν ήδη γνωστοποιηθεί, ασκήσαμε αγωγή με την οποία ζητούσαμε – μεταξύ άλλων – αποζημίωση για τις παράνομες και αθέμιτες αυτές συμπεριφορές, οι οποίες παραβιάζουν τόσο διατάξεις του Αστικού Κώδικα, όσο και του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών και του Ν. 2251/1994 περί Προστασίας των Καταναλωτών.
Με ένα εμπεριστατωμένο και ενδιαφέρον νομολογιακά σκεπτικό, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ’ αρ. 11827/2025 Απόφασή του έκρινε ότι:
«Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β’, 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλαγματικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει, όταν, εξαιτίας της συμπεριφοράς (παράλειψη) του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλε, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελή εκπροσώπου του κύκλου δραστηριοτήτων του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανά, κατά την συνηθισμένη και κοινή πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα ειδικά θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 για “την Προστασία των Καταναλωτών”. το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «ἰ. Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ἡ ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ἡ παράλειψη του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο.» ότι «3. Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει την ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας» και ότι «4. Ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας του. Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως; α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ε) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν.» και ότι «5. Ἡ ύπαρξη ἡ η δυνατότητα παροχής τελειότερης Υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν θεμελιώνει χωρίς άλλο λόγο υπαιτιότητα.». Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διάταξης αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος. Προϋπόθεση για την θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της, ενώ ως κριτήρια για την ευδοκίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, για συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του και, γ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας, Για την θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης απαιτείται, ως εκτέθηκε, παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας, Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας.
Έτσι, αν στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη πρόνοιας και ασφάλειας τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει, δε, της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης, τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, την ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη, που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του. είτε την συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ἡ τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 535/2012 Νόμος, ΑΠ 589/2001 ΔΕΕ 2001,1117, ΑΠ 1382/2009 ΝοΒ 2010,919). Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των πιστωτών, που χρηματοδοτούν, από την φύση τους, η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των Τραπεζών και των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς για αυτή συνέπειες (ΑΠ 1352/2011 Νόμος).
Τέλος, κατά το άρθρο 57 ΑΚ όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά το άρθρο, δε, 59 ΑΚ το δικαστήριο, με αίτηση αυτού, που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού, που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ἡ σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα, Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων είναι α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή τής προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη. που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ἡ με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα – πταίσμα (δόλος ή αμέλεια) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η αξίωση δε, του άρθρου 59 ΑΚ είναι ανεξάρτητη από την ύπαρξη περιουσιακής ζημίας (Σούρλας, ΕρΜΑΚ 59 αρ. 3). […]
[…] οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των πιστωτών, που χρηματοδοτούν, από την φύση τους, η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των Τραπεζών και των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς για αυτή συνέπειες (ΑΠ 1352/2011 Νόμος). Τέλος, κατά το άρθρο 57 ΑΕ όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά το άρθρο, δε, 50 ΑΙΚ το δικαστήριο, με αίτηση αυτού, που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού, που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ἡ σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών, που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
[…]
Με τις πιο πάνω ενέργειες των εναγομένων, δια των προστηθέντων οργάνων τους, οι τελευταίες παραβίασαν τις γενικής φύσεως υποχρεώσεις πρόνοιας και προστασίας του πελάτη τους, που απορρέουν από την συναλλακτική σχέση. που δημιουργήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και των εναγόμενων, όταν η πρώτη ζήτησε στα πλαίσια αυτής (σχέσης) την διευκόλυνση της πιστωτικής της ικανότητας εξαιτίας της οικονομικής της κατάστασης. Η ενάγουσα καθ’ όλο το χρονικό διάστημα προσπάθειας εξεύρεσης λύσης για αναδιάρθρωση της οφειλής της ήταν συνεπής και συνεργάσιμη στα πλαίσια του Κώδικα δεοντολογίας της Τράπεζας της Ελλάδος κάνοντας με σαφήνεια γνωστή την ειλικρινή της πρόθεση για συνεργασία με τις εναγόμενες. Αντιθέτως, οι προαναφερόμενες, που δεν είναι απλές επιχειρήσεις, αλλά επιτελούν σημαντική λειτουργία στον χρηματοπιστωτικό τομέα, λόγω της θέσης τους είχαν υποχρέωση να διαπραγματευθούν με την ενάγουσα πελάτη τους, να λάβουν υπόψιν τις προτάσεις της καθώς και την οικονομική της δυνατότητα κατά την στιγμή της διαπραγμάτευσης και να παρέχουν σ᾿ αυτήν την προσφορότερη οικονομική λύση εξυπηρετώντας την ίδια αλλά και τους πελάτες τους με ευελιξία, συνέπεια στο ρόλο της και ασφάλεια των αμοιβαίων συμφερόντων τους.
Η ως άνω υποχρέωση των εναγόμενων στηρίζεται στην συναγόμενη από τα άρθρα 281και 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστης, που επιβάλλει στα εντεταλμένα όργανα αυτών την ενδεδειγμένη θετική ενέργεια προς αποτροπή ζημίας του πελάτη της (ενάγουσας) ακόμη δε και στην ευθύνη ως παρέχουσας υπηρεσίες κατά το άρθρο 8 Ν. 2251/1994, η οποία όπως παραπάνω εκτέθηκε στην μείζονα σκέψη της παρούσας, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξαρτήτως προϋφιστάμενης ενοχικής σχέσης μεταξύ του παρέχοντος τις υπηρεσίες και του ζημιωθέντος και θεσπίζει για τις Τράπεζες συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας έναντι του καταναλωτικού κοινού, η παραβίαση των οποίων συνιστά, εκτός της αθέτησης της σύμβασης, και αδικοπραξία. Από τα παραπάνω συνεπώς προκύπτει ότι η ενάγουσα έχει κατά των εναγομένων αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, θεμελιούμενη στην ως άνω αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων από τις υπαίτιες ενέργειες των προστηθέντων υπαλλήλων τους, στην παράνομη προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας της ενάγουσας, αλλά και στην ευθύνη των εναγομένων από την ζημία. Που προκάλεσαν σ᾿ αυτή ως παρέχουσες υπηρεσίες, απορριπτόμενων των σχετικών ισχυρισμών των εναγομένων.»
Έτσι, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η τράπεζα και οι servicers, με τις ως άνω συμπεριφορές σου παραβίασαν τις νομοθετικές διατάξεις και τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι κανόνες της καλής πίστης στις συναλλαγές και επιδίκασε χρηματική αποζημίωση ύψους 4.000 €, με το νόμιμο τόκο στην εντολέα μας.
Στις συζητήσεις μας με τον κόσμο συχνά διαπιστώνουμε ότι η άσκηση παράνομων και καταχρηστικών συμπεριφορών εκ μέρους τραπεζών και εταιρειών διαχείρισης δεν είναι η εξαίρεση αλλά μάλλον ο κανόνας. Το πρόβλημα είναι ότι λίγοι δανειολήπτες – καταναλωτές αποφασίζουν να κυνηγήσουν δικαστικά τα δικαιώματά τους. Έτσι, δεδομένων και των χαμηλών αποζημιώσεων που παραδοσιακά βρίσκει το θάρρος να επιδικάσει η ελληνική δικαιοσύνη, καταλήγει ενδεχομένως να είναι πιο συμφέρον για τις τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων να κερδίζουν από την μη τήρηση της νομοθεσίας αποκομίζοντας τεράστια κέρδη από εκείνους που δεν τις κυνηγούν δικαστικά, από το να τηρήσουν το Νόμο, αφού λίγοι είναι εκείνοι που θα επιδιώξουν τη δικαστική αποζημίωση.
Παρόλα αυτά, σε μία κοινωνία που απαρτίζεται από αναπόφευκτα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα, η τήρηση της νομοθεσίας από όλους και στον ίδιο βαθμό μόνο αφελώς θα μπορούσε να θεωρηθεί άνευ ετέρου τινός δεδομένη. Δυστυχώς πολλές φορές χρειάζεται να διεκδικούμε τη θέση μας και τα δικαιώματά μας. Η νομοθεσία για την προστασία των καταναλωτών και των δανειοληπτών υπάρχει και υπό την αρωγή του κατάλληλου δικηγόρου μπορείτε να προστατευθείτε και να αποζημιωθείτε από παράνομες και καταχρηστικές πράξεις και συμπεριφορές εναντίον σας.
Το γραφείο μας στέκεται αρωγός στην προσπάθεια αντιμετώπισης τέτοιων πρακτικών, προσφέροντας ανταγωνιστικές αμοιβές που προσαρμόζονται στις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης. Αν αντιμετωπίζετε τέτοιας φύσεως προβλήματα, μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας, ώστε να λύσουμε όλες τις απορίες σας και να βρούμε για εσάς την καλύτερη δυνατή λύση.
